δαμάλας

δαμάλᾱς , δάμαλις
young cow
fem acc pl
δαμάλᾱς , δάμαλις
young cow
fem gen sg (doric aeolic)
δαμάλᾱς , δαμάλη
fem acc pl
δαμάλᾱς , δαμάλη
fem gen sg (doric aeolic)
δαμάλᾱς , δαμάλης
subduer
masc acc pl
δαμάλᾱς , δαμάλης
subduer
masc nom sg (epic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Δαμαλάς — I Αριστοκρατική οικογένεια της Χίου που άκμασε τον 13ο 14o αι. και συγγένευε με την οικογένεια Ζαχαρία που κατείχε τότε το νησί. Ένα μέλος της οικογένειας συμμετείχε στην πενταμελή διοικητική επιτροπή που συγκροτήθηκε το 1329 μετά την κατάληψη… …   Dictionary of Greek

  • Δαμαλάς, Αριστείδης — (Πειραιάς 1855 – Παρίσι 1889). Ηθοποιός του θεάτρου, που διακρίθηκε κυρίως στη Γαλλία. Μετά τις στοιχειώδεις σπουδές του στον Πειραιά ταξίδεψε στην Αγγλία και στη Γαλλία για να μάθει τις αντίστοιχες γλώσσες. Έπειτα από τετράχρονη διαμονή στο… …   Dictionary of Greek

  • Δαμαλάς, Νικόλαος — (Αθήνα 1842 – 1892). Θεολόγος και καθηγητής πανεπιστημίου. Μετά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία, όπου αναγορεύτηκε διδάκτορας της φιλοσοφίας και εξέδωσε το σύγγραμμά του Περί αρχών (Λειψία).… …   Dictionary of Greek

  • Trizina — Stadtgemeinde Trizina (1997–2010) Δήμος Τροιζήνος (Τροιζήνα) …   Deutsch Wikipedia

  • Jacques Damala — Aristides Damalas (Greek: Aριστεíδης Δαμαλάς, alternative spellings Aristidis or Aristide ), known in France by the stage name Jacques Damala, (15 January 1855 ndash; 18 June 1889), was a Greek military officer turned actor, who is mostly… …   Wikipedia

  • Drymalia — Gemeinde Drymalia (1998–2010) Δήμος Δρυμαλίας (Δρυμαλία) …   Deutsch Wikipedia

  • BUBULCI — iam Siracidis aetate contemptim habiti, vide Ecclesiastic. c. 38. v. 26. unde nihil mirum, quod in Theocriti Bucolisco Eunica puella bubulcum hôc sermone repellat, ἔῤῥ᾿ ἀπ᾿ ἐμεῖο. Βωκόλος ὢν ἐθέλεις με κύσαι, τάλαν: οὐ μεμάθηκα Α᾿γροίκως φιλέειν …   Hofmann J. Lexicon universale

  • σύνοφρυς — υ, ΝΜΑ, και συνόφρυς Α σκυθρωπός, κατσούφης αρχ. αυτός που έχει ενωμένα τα φρύδια στη μέση τού μετώπου, που έχει πυκνά φρύδια («κἤμ ἐκ τῷ ἄντρω σύνοφρυς κόρα ἐχθὲς ἰδοῑσα τὰς δαμάλας», Θεόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ὀφρύς«φρύδι»] …   Dictionary of Greek

  • Αδέρες — Οροσειρά στον νομό Αργολίδος, στο νοτιοανατολικό τμήμα της αργολικής χερσονήσου. Η οροσειρά ενώνεται στα δυτικά με τα όρη Ορθολίθιο και Δίδυμα και στα ανατολικά καταλήγει στο ακρωτήριο Σπαθί ή Σκυλί, το αρχαίο Σκύλλαιον. H ψηλότερη κορυφή έχει… …   Dictionary of Greek

  • Δαμαλά, επισκοπή — Βυζαντινή ερειπωμένη εκκλησία, κοντά στο χωριό Δαμαλάς της Τροιζηνίας (σημερινή Τροιζήνα), στην τοποθεσία της αρχαίας Τροιζήνας και στη θέση ακριβώς του αρχαίου ναού της Αφροδίτης. Η αρχική εκκλησία (15,15 x 9,20 μ.), σταυροειδής με τρούλο, που… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.